Ο Παναγιώτης Γκαραγκάνης τηρεί την προ
εξαμήνου υπόσχεσή του και γράφει για το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο
του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού: τον Κώστα Μήτρογλου.
Αυτό το κείμενο θέλω να το γράψω από τον περασμένο Ιανουάριο.
Πριν ακόμα ανανεώσει το συμβόλαιό του ο Ράφικ Τζεμπούρ. Τελικά, το
άφησα για το τέλος της σεζόν. Λίγες ημέρες πριν αρχίσει η επόμενη και με
λίγη καθυστέρηση τηρώ την υπόσχεση που είχα δώσει στους πιστούς
αναγνώστες του RedPlanet.gr και της στήλης.
Για να το ξεκαθαρίσω εξ αρχής: εννοείται πως ο Ολυμπιακός
είναι πάνω από πρόσωπα. Πάνω από τον Μήτρογλου, πάνω από τον Τζεμπούρ,
πάνω από τον οποιονδήποτε. Ο Ολυμπιακός είναι ο λαός του και τα
εκατομμύρια των φιλάθλων του, που έχουν ως τρόπο ζωής τον μεγαλύτερο
αθλητικό οργανισμό της χώρας και ζουν και αναπνέουν για την ιδέα του.
Δεν έχω κρύψει πως γουστάρω ποδοσφαιρικά τον Κώστα Μήτρογλου. Ωστόσο, το συγκεκριμένο άρθρο είναι καθαρά ποδοσφαιρικό και δεν έχει να κάνει με προσωπικές συμπάθειες. Ούτε ποιος είναι καλύτερος από τους δύο με ενδιαφέρει, ούτε ποιος πρέπει να παίζει βασικός. Απλά το θέμα μου είναι πώς έχει αντιμετωπιστεί όλα αυτά τα χρόνια ο κορυφαίος Έλληνας επιθετικός της γενιάς του. Ακόμα και εντός Ολυμπιακού...
Σε καμία περίπτωση ο τίτλος του άρθρου δεν έχει σκοπό να μειώσει την ποδοσφαιρική αξία και την προσφορά του Ράφικ Τζεμπούρ στον Ολυμπιακό. Η ιστορία έχει δικαιώσει απόλυτα τον Βαγγέλη Μαρινάκη, ο οποίος τον Γενάρη του 2011 είπε "ευχαριστώ" στο "δώρο" της ΑΕΚ, που άφησε ελεύθερο τον Αλγερινό επιθετικό και ο διοικητικός ηγέτης των Πειραιωτών με συνοπτικές διαδικασίες έφερε τον "τρομοκράτη" στο μεγάλο λιμάνι. Η συνέχεια γνωστή: 45 γκολ σε 81 επίσημες συμμετοχές με την ερυθρόλευκη σε δυόμιση σεζόν. Ο Τζεμπούρ βρήκε την υγειά του στον Ολυμπιακό και ο σύλλογος είδε να κερδίζει απόλυτα ένα χαμένο για πολλούς στοίχημα (βάσει πρότερου αγωνιστικού βίου του ποδοσφαιριστή), σε μία μεταγραφή για την οποία δεν δόθηκε ούτε ένα ευρώ σε άλλη ομάδα.
Γνώμη μου είναι, όμως, πως επιθετικούς τύπου Τζεμπούρ βρίσκεις σχετικά εύκολα στην αγορά του εξωτερικού. Με συμβόλαιο λίγο πάνω από το εκατομμύριο ευρώ, που θα έρθουν για δύο-τρία χρόνια να κάνουν τη δουλειά τους και στη συνέχεια να αποχωρήσουν για άλλες πολιτείες. Ο Τζεμπούρ, βέβαια, είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς εδώ και οκτώ διαδοχικά χρόνια αγωνίζεται στη χώρα μας. Ο Ράφικ ήρθε στα 27 του στον Ολυμπιακό και διανύει πλέον το 30ό έτος της ηλικίας του (8/3/1984). Είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης του υπάρχοντος ρόστερ με ετήσιες απολαβές κοντά στο 1.100.000 ευρώ την τελευταία διετία. Συμβόλαιο, το οποίο κέρδισε με το σπαθί του, έπειτα από το πρώτο δοκιμαστικό εξάμηνο. Τον περασμένο Γενάρη ανανέωσε για τρεις ακόμα σεζόν, με μία μικρή αύξηση στις ετήσιες αποδοχές του, αλλά τα σενάρια που ακούγονται για το ποδοσφαιρικό του μέλλον είναι πολλά. Αν φτάσει στα γραφεία της ΠΑΕ μία πραγματικά πολύ καλή προσφορά, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Άλλωστε, σε πολλούς, ακόμα και μέσα από τον Ολυμπιακό, υπάρχει η άποψη πως ο Ράφικ έδωσε ό,τι είχε να δώσει.
Δεν ξέρω αν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά ο Κώστας Μήτρογλου έχει συμπληρώσει μία εξαετία ως παίκτης του Ολυμπιακού. Και είναι 25 προς τα 26 (12/3/1988). Με τον ενάμιση χρόνο να τον περνάει δανεικός σε Πανιώνιο και Ατρόμητο. Με 46 γκολ σε 133 επίσημα ματς με την ερυθρόλευκη. Δεν ξέρω, επίσης, αν έχουν συνειδητοποιήσει οι δύο διοικήσεις του συλλόγου αυτά τα έξι χρόνια τι "πυρηνικό όπλο" είχαν και έχουν στη διάθεσή τους. Γιατί ακόμα ο Ολυμπιακός δεν έχει πάρει το 100% από τον "πιστολέρο" και αυτό είναι ξεκάθαρο. Κι ας του έχει ανανεώσει δύο φορές το συμβόλαιο, με την πιο πρόσφατη τον περασμένο Γενάρη. Μέχρι το 2016 και διπλασιασμό των ετήσιων απολαβών του.
Πρόκειται για έναν... σεσημασμένο σκόρερ, που βάζει γκολ ακόμα και στον... ύπνο του. Έχει το γκολ στο αίμα του. Το έχει αποδείξει πολλάκις και δεν έχει, πλέον, να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Επιθετικός περιοχής, με ζηλευτή αίσθηση του χώρου, ξεχωριστά τελειώματα φάσεων, και το μοναδικό ένστικτο του γκολτζή ολκής. Με ποικιλία κινήσεων εντός κι εκτός περιοχής. Τέτοιοι επιθετικοί στην Ελλάδα βγαίνουν μία φορά κάθε είκοσι χρόνια. Κι όμως κανένας προπονητής δεν προθυμοποιήθηκε να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του εδώ και έξι ολόκληρα χρόνια. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, εξαιρώ τον Τάκη Λεμονή, ο οποίος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σεζόν 2007/08. Το καλοκαίρι του 2007 ο Έλληνας τεχνικός είχε εισηγηθεί την απόκτηση του 19άχρονου, τότε, Μήτρογλου από τη δεύτερη ομάδα της Γκλάντμπαχ και στην πρώτη του σεζόν ο παίκτης έπαιξε 20 παιχνίδια, σημειώνοντας 8 γκολ. Για έναν 19άχρονο επιθετικό, όπως ήταν τότε ο Μήτρογλου, ήταν μεγάλη υπόθεση να παίξει τόσους πολλούς αγώνες στην πρώτη του, ουσιαστικά, ποδοσφαιρική χρονιά σε επαγγελματικό επίπεδο. Ο Λεμονής πίστεψε από την πρώτη στιγμή στο "φονικό" ένστικτο του Μήτρογλου, αλλά δεν είχε την ευκαιρία στην
Από εκεί και πέρα, μόνο ο Ζίκο, ο οποίος άφησε πίσω του καμμένη γη τη σεζόν 2009/10, έδειξε να εμπιστεύεται απόλυτα τον Έλληνα σκόρερ, ο οποίος επί εποχής του Βραζιλιάνου προπονητή πήρε πολλά μαζεμένα ενενηντάλεπτα. Εκείνη η σεζόν, η οποία ολοκληρώθηκε με τον Μπόζινταρ Μπάντοβιτς στον ερυθρόλευκο, είναι και η πιο γεμάτη του Μήτρογλου στον Ολυμπιακό με 45 συμμετοχές σε 14 γκολ. Σε μία αγωνιστική περίοδο, όμως, η οποία είναι η χειρότερη του συλλόγου από το 1996 μέχρι σήμερα. Ο Τεμούρι Κετσμπάια έμεινε λίγο για να κριθεί με ασφάλεια. Επίσης, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ έδειξε να πιστεύει στον Έλληνα επιθετικό, αλλά είχε κυρίως ως πρώτη επιλογή τον Ράφικ Τζεμπούρ. Όσο για τον Ερνέστο Βαλβέρδε, είναι ο μοναδικός προπονητής την τελευταία εξαετία, που δεν έδειξε την παραμικρή σημασία σε αυτόν τον σκόρερ ολκής. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, μετά το χαμένο πέναλτι στην Κύπρο στον πρώτο προκριματικό του Champions League κόντρα στην Ανόρθωση, ο Κώστας μπήκε στη μαύρη λίστα του Βαλβέρδε, ο οποίος μεταφορικά και κυριολεκτικά δεν ήθελε να τον έχει μέσα στα πόδια του. Σε εκείνο το ματς, όμως, ο Μήτρογλου πήγε και πήρε την μπάλα για να χτυπήσει το πέναλτι. Από τα 20 του, είχε ηγετικές ικανότητες και το "έλεγε η καρδιά του". Κι ας αστόχησε... Όλα μέσα στη ζωή και το ποδόσφαιρο είναι. Ουδέποτε ο Ερνέστο Βαλβέρδε ασχολήθηκε για να βελτιώσει το παιχνίδι ενός τέτοιου γκολτζή. Όσο για τον Μίτσελ, σε αυτούς τους τέσσερις μήνες έδειξε ανάλογη στάση με αυτή του νυν προπονητή της Αθλέτικ Μπιλμπάο. Αν και ερχόμενος κυρίως από τον πάγκο στο δεύτερο μισό της σεζόν, ο Μήτρογλου πρόλαβε να κάνει την πιο παραγωγική σεζόν στην καριέρα του, με 20 γκολ σε 42 εμφανίσεις.
Ας με συγχωρήσουν οι προπονητές που πέρασαν αυτά τα έξι χρόνια από τον Ολυμπιακό, αλλά δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ, που να βάλει ως στόχο να εξελίξει το παιχνίδι ενός ποδοσφαιριστή του. Είτε του Μήτρογλου είτε κάποιου αλλού. Εξαιρείται ο Ζαρντίμ, στον οποίο παραδόθηκε μία ομάδα με μικρό μέσο όρο ηλικίας και πολλούς Έλληνες παίκτες στο έμψυχο δυναμικό της, την οποία έπρεπε να δουλέψει χωρίς να έχει ο ίδιος λόγο στις μεταγραφές και στη διαμόρφωση του ρόστερ. Εννοείται πως η πίεση στον εκάστοτε προπονητή του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού είναι αφόρητη και αγγίζει τα όρια της τρέλας και της υπερβολής. Όταν στόχος είναι πάση θυσία το αποτέλεσμα, ο κάθε προπονητής κοιτάει το πώς θα διαφυλάξει την καρέκλα του, προσπαθώντας να την κρατήσει για όσο το δυνατόν περισσότερο διάστημα. Τα χρήματα είναι σούπερ, υπάρχει η σίγουρη συμμετοχή στη φάση των ομίλων του Champions League, και με ένα Πρωτάθλημα, ή νταμπλ όλοι γίνονται μάγκες. Αλλά ένας προπονητής ποδοσφαίρου πρέπει εκτός από τους τίτλους να ασχολείται με την ατομική βελτίωση των ποδοσφαιριστών του. Την εξέλιξη των προσωπικών ποδοσφαιρικών ιδεών του, αλλά και της γενικότερης φιλοσοφίας του γύρω από το άθλημα. Όλοι μας, όσο ζούμε, μαθαίνουμε. Προσπαθούμε να εξελισσόμαστε τόσο ως άνθρωποι όσο και στο επάγγελμά μας. Γιατί ένας προπονητής ποδοσφαίρου να αποτελεί εξαίρεση;
Βρέθηκε ένας προπονητής στον Ολυμπιακό να πει "θα χτίσω την ομάδα γύρω από τον Μήτρογλου"; Μιλάμε για έναν ΕΛΛΗΝΑ επιθετικό, που από τα 19 παίζει στην κορυφαία ομάδα της χώρας. Ακούω "τσάμπα και βερεσέ" ότι ο Μήτρογλου βελτίωσε το παιχνίδι και το μυαλό του σε Πανιώνιο και Ατρόμητο. Ας βρισκόταν ΕΝΑΣ προπονητής στον Ολυμπιακό να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του προκειμένου να τον βοηθήσει αγωνιστικά και να χτίσει ένα σοβαρό προφίλ και εκτός γηπέδων. Να του κάνει έξτρα προπόνηση, να του μάθει να κινείται ακόμα καλύτερα χωρίς την μπάλα και να πιέζει περισσότερο την αντίπαλη άμυνα. Να μεταφέρει στον Μήτρογλου ότι είναι σημαντικό μέλος της ομάδας και όχι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, όπως γινόταν κυρίως επί εποχής Βαλβέρδε. Ο βασικός επιθετικός σε μία ομάδα πρέπει να "έχει" το γκολ, όχι να τρέχει πάνω-κάτω. Μην ξεχάσουμε και τα βασικά του ποδοσφαίρου. Και είμαι σίγουρος, το έχω γράψει άλλωστε, πως αν ο Μήτρογλου δεν ήταν Έλληνας και αγωνιζόταν σε οποιοδήποτε άλλο από τα έξι-επτά κορυφαία Πρωταθλήματα της Ευρώπης, θα είχε κάνει, ήδη, πάταγο σε διεθνές επίπεδο. Στην Ευρώπη ασχολούνται πολύ με τα καλύτερα ταλέντα τους. Δουλεύουν μαζί τους από μικρή ηλικία και προσπαθούν να βελτιώσουν αυτούς τους παίκτες τόσο αγωνιστικά όσο και ως προσωπικότητες. Αν ο Μήτρογλου ήταν Άγγλος, Ιταλός, Ισπανός, Γερμανός, ή Γάλλος, θα συζητούσε όλη η Ευρώπη για πάρτη του. Εδώ τέσσερα γκολ έβαλε πέρυσι στον όμιλο του Champions League, το ένα καλύτερο από το άλλο, και ακόμα συζητούν ορισμένοι αν αυτός ο παίκτης έχει θέση στον Ολυμπιακό.
Στην κορυφαία ελληνική ομάδα, πρέπει να αγωνίζονται οι καλύτεροι Έλληνες ποδοσφαιριστές. Πόσο μάλλον όταν το όραμα της διοίκησης και του Βαγγέλη Μαρινάκη είναι ένας Ολυμπιακός με επτά και οκτώ Έλληνες παίκτες στη βασική εντεκάδα του. Ένας προπονητής τόλμησε να βάλει έξι Έλληνες σε εκτός έδρας αγώνα του Champions League, για να μην ξεχνιόμαστε (με τη Σάλκε στη Γερμανία), έπειτα από τον Ολυμπιακό της σεζόν 1998/99, όταν και η διαδρομή ολοκληρώθηκε στην προημιτελική φάση του θεσμού. Η ομάδα της νέας ποδοσφαιρικής χρονιάς πρέπει να χτιστεί πάνω στην ελληνική βάση που έχει, με την προσθήκη των τριών ποιοτικών μεσοεπιθετικών παικτών (έναν εξτρέμ, αμυντικό και επιθετικό χαφ).
Ο Θρύλος έχει ελληνικό κορμό (Αβραάμ, Μανωλά, Χολέμπας, Μανιάτη, Μήτρογλου), ποιοτικούς έμπειρους ξένους (Τζεμπούρ, Φουστέρ, Αμπντούν, Σαλίνο, Κάρολ, Μέγκιερι), Έλληνες παίκτες που ψάχνουν το χώρο τους μέσα στην ομάδα (Φετφατζίδης, Βλαχοδήμος, Σιόβας, Παπάζογλου, Λυκογιάννης, Τάτος, Σάμαρης, Ιωαννίδης, Μ. Σιώπης, Καραγκούνης), αλλά και ξένους ποδοσφαιριστές που αναζητούν το ίδιο (Φέισα, Μασάντο, Γκρέκο, Πίνο;). Δεν φτάνει, όμως, μονάχα ο ελληνικός κορμός. Χρειάζονται και δύο με τρεις παίκτες-ηγέτες από την ξένη αγορά. Γιατί τη δεδομένη χρονική στιγμή και με την υπόθεση του Ιμπαγάσα να παραμένει σε εκκρεμότητα, οι ηγετικές φυσιογνωμίες του Ολυμπιακού, εντός κι εκτός αποδυτηρίων, είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού (Αβραάμ, Μήτρογλου, Μανιάτης, Κάρολ-λογικά θα παραμείνει ερυθρόλευκος και τη νέα σεζόν).
Εν κατακλείδι: δεν νοείται να έχεις μέσα στα χέρια σου τον Μήτρογλου, το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο του Ολυμπιακού κατά τη γνώμη μας, και να μην τον αξιοποιείς... Καθαρά ποδοσφαιρικά, είναι μία κίνηση που πηγαίνει κόντρα στο ίδιο το άθλημα.
Δεν έχω κρύψει πως γουστάρω ποδοσφαιρικά τον Κώστα Μήτρογλου. Ωστόσο, το συγκεκριμένο άρθρο είναι καθαρά ποδοσφαιρικό και δεν έχει να κάνει με προσωπικές συμπάθειες. Ούτε ποιος είναι καλύτερος από τους δύο με ενδιαφέρει, ούτε ποιος πρέπει να παίζει βασικός. Απλά το θέμα μου είναι πώς έχει αντιμετωπιστεί όλα αυτά τα χρόνια ο κορυφαίος Έλληνας επιθετικός της γενιάς του. Ακόμα και εντός Ολυμπιακού...
Σε καμία περίπτωση ο τίτλος του άρθρου δεν έχει σκοπό να μειώσει την ποδοσφαιρική αξία και την προσφορά του Ράφικ Τζεμπούρ στον Ολυμπιακό. Η ιστορία έχει δικαιώσει απόλυτα τον Βαγγέλη Μαρινάκη, ο οποίος τον Γενάρη του 2011 είπε "ευχαριστώ" στο "δώρο" της ΑΕΚ, που άφησε ελεύθερο τον Αλγερινό επιθετικό και ο διοικητικός ηγέτης των Πειραιωτών με συνοπτικές διαδικασίες έφερε τον "τρομοκράτη" στο μεγάλο λιμάνι. Η συνέχεια γνωστή: 45 γκολ σε 81 επίσημες συμμετοχές με την ερυθρόλευκη σε δυόμιση σεζόν. Ο Τζεμπούρ βρήκε την υγειά του στον Ολυμπιακό και ο σύλλογος είδε να κερδίζει απόλυτα ένα χαμένο για πολλούς στοίχημα (βάσει πρότερου αγωνιστικού βίου του ποδοσφαιριστή), σε μία μεταγραφή για την οποία δεν δόθηκε ούτε ένα ευρώ σε άλλη ομάδα.
Γνώμη μου είναι, όμως, πως επιθετικούς τύπου Τζεμπούρ βρίσκεις σχετικά εύκολα στην αγορά του εξωτερικού. Με συμβόλαιο λίγο πάνω από το εκατομμύριο ευρώ, που θα έρθουν για δύο-τρία χρόνια να κάνουν τη δουλειά τους και στη συνέχεια να αποχωρήσουν για άλλες πολιτείες. Ο Τζεμπούρ, βέβαια, είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς εδώ και οκτώ διαδοχικά χρόνια αγωνίζεται στη χώρα μας. Ο Ράφικ ήρθε στα 27 του στον Ολυμπιακό και διανύει πλέον το 30ό έτος της ηλικίας του (8/3/1984). Είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος παίκτης του υπάρχοντος ρόστερ με ετήσιες απολαβές κοντά στο 1.100.000 ευρώ την τελευταία διετία. Συμβόλαιο, το οποίο κέρδισε με το σπαθί του, έπειτα από το πρώτο δοκιμαστικό εξάμηνο. Τον περασμένο Γενάρη ανανέωσε για τρεις ακόμα σεζόν, με μία μικρή αύξηση στις ετήσιες αποδοχές του, αλλά τα σενάρια που ακούγονται για το ποδοσφαιρικό του μέλλον είναι πολλά. Αν φτάσει στα γραφεία της ΠΑΕ μία πραγματικά πολύ καλή προσφορά, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Άλλωστε, σε πολλούς, ακόμα και μέσα από τον Ολυμπιακό, υπάρχει η άποψη πως ο Ράφικ έδωσε ό,τι είχε να δώσει.
Δεν ξέρω αν το έχετε συνειδητοποιήσει, αλλά ο Κώστας Μήτρογλου έχει συμπληρώσει μία εξαετία ως παίκτης του Ολυμπιακού. Και είναι 25 προς τα 26 (12/3/1988). Με τον ενάμιση χρόνο να τον περνάει δανεικός σε Πανιώνιο και Ατρόμητο. Με 46 γκολ σε 133 επίσημα ματς με την ερυθρόλευκη. Δεν ξέρω, επίσης, αν έχουν συνειδητοποιήσει οι δύο διοικήσεις του συλλόγου αυτά τα έξι χρόνια τι "πυρηνικό όπλο" είχαν και έχουν στη διάθεσή τους. Γιατί ακόμα ο Ολυμπιακός δεν έχει πάρει το 100% από τον "πιστολέρο" και αυτό είναι ξεκάθαρο. Κι ας του έχει ανανεώσει δύο φορές το συμβόλαιο, με την πιο πρόσφατη τον περασμένο Γενάρη. Μέχρι το 2016 και διπλασιασμό των ετήσιων απολαβών του.
Πρόκειται για έναν... σεσημασμένο σκόρερ, που βάζει γκολ ακόμα και στον... ύπνο του. Έχει το γκολ στο αίμα του. Το έχει αποδείξει πολλάκις και δεν έχει, πλέον, να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Επιθετικός περιοχής, με ζηλευτή αίσθηση του χώρου, ξεχωριστά τελειώματα φάσεων, και το μοναδικό ένστικτο του γκολτζή ολκής. Με ποικιλία κινήσεων εντός κι εκτός περιοχής. Τέτοιοι επιθετικοί στην Ελλάδα βγαίνουν μία φορά κάθε είκοσι χρόνια. Κι όμως κανένας προπονητής δεν προθυμοποιήθηκε να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του εδώ και έξι ολόκληρα χρόνια. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, εξαιρώ τον Τάκη Λεμονή, ο οποίος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σεζόν 2007/08. Το καλοκαίρι του 2007 ο Έλληνας τεχνικός είχε εισηγηθεί την απόκτηση του 19άχρονου, τότε, Μήτρογλου από τη δεύτερη ομάδα της Γκλάντμπαχ και στην πρώτη του σεζόν ο παίκτης έπαιξε 20 παιχνίδια, σημειώνοντας 8 γκολ. Για έναν 19άχρονο επιθετικό, όπως ήταν τότε ο Μήτρογλου, ήταν μεγάλη υπόθεση να παίξει τόσους πολλούς αγώνες στην πρώτη του, ουσιαστικά, ποδοσφαιρική χρονιά σε επαγγελματικό επίπεδο. Ο Λεμονής πίστεψε από την πρώτη στιγμή στο "φονικό" ένστικτο του Μήτρογλου, αλλά δεν είχε την ευκαιρία στην
Από εκεί και πέρα, μόνο ο Ζίκο, ο οποίος άφησε πίσω του καμμένη γη τη σεζόν 2009/10, έδειξε να εμπιστεύεται απόλυτα τον Έλληνα σκόρερ, ο οποίος επί εποχής του Βραζιλιάνου προπονητή πήρε πολλά μαζεμένα ενενηντάλεπτα. Εκείνη η σεζόν, η οποία ολοκληρώθηκε με τον Μπόζινταρ Μπάντοβιτς στον ερυθρόλευκο, είναι και η πιο γεμάτη του Μήτρογλου στον Ολυμπιακό με 45 συμμετοχές σε 14 γκολ. Σε μία αγωνιστική περίοδο, όμως, η οποία είναι η χειρότερη του συλλόγου από το 1996 μέχρι σήμερα. Ο Τεμούρι Κετσμπάια έμεινε λίγο για να κριθεί με ασφάλεια. Επίσης, ο Λεονάρντο Ζαρντίμ έδειξε να πιστεύει στον Έλληνα επιθετικό, αλλά είχε κυρίως ως πρώτη επιλογή τον Ράφικ Τζεμπούρ. Όσο για τον Ερνέστο Βαλβέρδε, είναι ο μοναδικός προπονητής την τελευταία εξαετία, που δεν έδειξε την παραμικρή σημασία σε αυτόν τον σκόρερ ολκής. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, μετά το χαμένο πέναλτι στην Κύπρο στον πρώτο προκριματικό του Champions League κόντρα στην Ανόρθωση, ο Κώστας μπήκε στη μαύρη λίστα του Βαλβέρδε, ο οποίος μεταφορικά και κυριολεκτικά δεν ήθελε να τον έχει μέσα στα πόδια του. Σε εκείνο το ματς, όμως, ο Μήτρογλου πήγε και πήρε την μπάλα για να χτυπήσει το πέναλτι. Από τα 20 του, είχε ηγετικές ικανότητες και το "έλεγε η καρδιά του". Κι ας αστόχησε... Όλα μέσα στη ζωή και το ποδόσφαιρο είναι. Ουδέποτε ο Ερνέστο Βαλβέρδε ασχολήθηκε για να βελτιώσει το παιχνίδι ενός τέτοιου γκολτζή. Όσο για τον Μίτσελ, σε αυτούς τους τέσσερις μήνες έδειξε ανάλογη στάση με αυτή του νυν προπονητή της Αθλέτικ Μπιλμπάο. Αν και ερχόμενος κυρίως από τον πάγκο στο δεύτερο μισό της σεζόν, ο Μήτρογλου πρόλαβε να κάνει την πιο παραγωγική σεζόν στην καριέρα του, με 20 γκολ σε 42 εμφανίσεις.
Ας με συγχωρήσουν οι προπονητές που πέρασαν αυτά τα έξι χρόνια από τον Ολυμπιακό, αλλά δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ, που να βάλει ως στόχο να εξελίξει το παιχνίδι ενός ποδοσφαιριστή του. Είτε του Μήτρογλου είτε κάποιου αλλού. Εξαιρείται ο Ζαρντίμ, στον οποίο παραδόθηκε μία ομάδα με μικρό μέσο όρο ηλικίας και πολλούς Έλληνες παίκτες στο έμψυχο δυναμικό της, την οποία έπρεπε να δουλέψει χωρίς να έχει ο ίδιος λόγο στις μεταγραφές και στη διαμόρφωση του ρόστερ. Εννοείται πως η πίεση στον εκάστοτε προπονητή του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού είναι αφόρητη και αγγίζει τα όρια της τρέλας και της υπερβολής. Όταν στόχος είναι πάση θυσία το αποτέλεσμα, ο κάθε προπονητής κοιτάει το πώς θα διαφυλάξει την καρέκλα του, προσπαθώντας να την κρατήσει για όσο το δυνατόν περισσότερο διάστημα. Τα χρήματα είναι σούπερ, υπάρχει η σίγουρη συμμετοχή στη φάση των ομίλων του Champions League, και με ένα Πρωτάθλημα, ή νταμπλ όλοι γίνονται μάγκες. Αλλά ένας προπονητής ποδοσφαίρου πρέπει εκτός από τους τίτλους να ασχολείται με την ατομική βελτίωση των ποδοσφαιριστών του. Την εξέλιξη των προσωπικών ποδοσφαιρικών ιδεών του, αλλά και της γενικότερης φιλοσοφίας του γύρω από το άθλημα. Όλοι μας, όσο ζούμε, μαθαίνουμε. Προσπαθούμε να εξελισσόμαστε τόσο ως άνθρωποι όσο και στο επάγγελμά μας. Γιατί ένας προπονητής ποδοσφαίρου να αποτελεί εξαίρεση;
Βρέθηκε ένας προπονητής στον Ολυμπιακό να πει "θα χτίσω την ομάδα γύρω από τον Μήτρογλου"; Μιλάμε για έναν ΕΛΛΗΝΑ επιθετικό, που από τα 19 παίζει στην κορυφαία ομάδα της χώρας. Ακούω "τσάμπα και βερεσέ" ότι ο Μήτρογλου βελτίωσε το παιχνίδι και το μυαλό του σε Πανιώνιο και Ατρόμητο. Ας βρισκόταν ΕΝΑΣ προπονητής στον Ολυμπιακό να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του προκειμένου να τον βοηθήσει αγωνιστικά και να χτίσει ένα σοβαρό προφίλ και εκτός γηπέδων. Να του κάνει έξτρα προπόνηση, να του μάθει να κινείται ακόμα καλύτερα χωρίς την μπάλα και να πιέζει περισσότερο την αντίπαλη άμυνα. Να μεταφέρει στον Μήτρογλου ότι είναι σημαντικό μέλος της ομάδας και όχι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, όπως γινόταν κυρίως επί εποχής Βαλβέρδε. Ο βασικός επιθετικός σε μία ομάδα πρέπει να "έχει" το γκολ, όχι να τρέχει πάνω-κάτω. Μην ξεχάσουμε και τα βασικά του ποδοσφαίρου. Και είμαι σίγουρος, το έχω γράψει άλλωστε, πως αν ο Μήτρογλου δεν ήταν Έλληνας και αγωνιζόταν σε οποιοδήποτε άλλο από τα έξι-επτά κορυφαία Πρωταθλήματα της Ευρώπης, θα είχε κάνει, ήδη, πάταγο σε διεθνές επίπεδο. Στην Ευρώπη ασχολούνται πολύ με τα καλύτερα ταλέντα τους. Δουλεύουν μαζί τους από μικρή ηλικία και προσπαθούν να βελτιώσουν αυτούς τους παίκτες τόσο αγωνιστικά όσο και ως προσωπικότητες. Αν ο Μήτρογλου ήταν Άγγλος, Ιταλός, Ισπανός, Γερμανός, ή Γάλλος, θα συζητούσε όλη η Ευρώπη για πάρτη του. Εδώ τέσσερα γκολ έβαλε πέρυσι στον όμιλο του Champions League, το ένα καλύτερο από το άλλο, και ακόμα συζητούν ορισμένοι αν αυτός ο παίκτης έχει θέση στον Ολυμπιακό.
Στην κορυφαία ελληνική ομάδα, πρέπει να αγωνίζονται οι καλύτεροι Έλληνες ποδοσφαιριστές. Πόσο μάλλον όταν το όραμα της διοίκησης και του Βαγγέλη Μαρινάκη είναι ένας Ολυμπιακός με επτά και οκτώ Έλληνες παίκτες στη βασική εντεκάδα του. Ένας προπονητής τόλμησε να βάλει έξι Έλληνες σε εκτός έδρας αγώνα του Champions League, για να μην ξεχνιόμαστε (με τη Σάλκε στη Γερμανία), έπειτα από τον Ολυμπιακό της σεζόν 1998/99, όταν και η διαδρομή ολοκληρώθηκε στην προημιτελική φάση του θεσμού. Η ομάδα της νέας ποδοσφαιρικής χρονιάς πρέπει να χτιστεί πάνω στην ελληνική βάση που έχει, με την προσθήκη των τριών ποιοτικών μεσοεπιθετικών παικτών (έναν εξτρέμ, αμυντικό και επιθετικό χαφ).
Ο Θρύλος έχει ελληνικό κορμό (Αβραάμ, Μανωλά, Χολέμπας, Μανιάτη, Μήτρογλου), ποιοτικούς έμπειρους ξένους (Τζεμπούρ, Φουστέρ, Αμπντούν, Σαλίνο, Κάρολ, Μέγκιερι), Έλληνες παίκτες που ψάχνουν το χώρο τους μέσα στην ομάδα (Φετφατζίδης, Βλαχοδήμος, Σιόβας, Παπάζογλου, Λυκογιάννης, Τάτος, Σάμαρης, Ιωαννίδης, Μ. Σιώπης, Καραγκούνης), αλλά και ξένους ποδοσφαιριστές που αναζητούν το ίδιο (Φέισα, Μασάντο, Γκρέκο, Πίνο;). Δεν φτάνει, όμως, μονάχα ο ελληνικός κορμός. Χρειάζονται και δύο με τρεις παίκτες-ηγέτες από την ξένη αγορά. Γιατί τη δεδομένη χρονική στιγμή και με την υπόθεση του Ιμπαγάσα να παραμένει σε εκκρεμότητα, οι ηγετικές φυσιογνωμίες του Ολυμπιακού, εντός κι εκτός αποδυτηρίων, είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού (Αβραάμ, Μήτρογλου, Μανιάτης, Κάρολ-λογικά θα παραμείνει ερυθρόλευκος και τη νέα σεζόν).
Εν κατακλείδι: δεν νοείται να έχεις μέσα στα χέρια σου τον Μήτρογλου, το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο του Ολυμπιακού κατά τη γνώμη μας, και να μην τον αξιοποιείς... Καθαρά ποδοσφαιρικά, είναι μία κίνηση που πηγαίνει κόντρα στο ίδιο το άθλημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου