Και όταν παίζει ο Αριέλ Ιμπαγάσα, 17 λεπτά στη Λιβαδειά, 6 λεπτά στο «Κλεάνθης Βικελίδης», γίνεται κάτι μοναδικό. Γίνεται κάτι που λέγεται ποδόσφαιρο στην απλότητά του.
Είναι δύσκολο να εξηγήσεις για ποιο λόγο είναι μεγαλειώδης ο Αργεντινός. Απευθύνεται στη γεωμετρία των ματιών και σε μία συγκίνηση η οποία λίγη σχέση έχει με όρους όπως είναι η ποδιά, η ραμπόνα, το σομπρέρο, η γκαμπέτα. Έχει να κάνει με κάτι που δεν μπορείς να καταλάβεις έχοντας στο πέτο σου παράσημα από χιλιάδες ώρες παρακολούθησης παιχνιδιών, διότι ο δρόμος που προτιμάει ο φίλαθλος είναι εκείνος της πολυπλοκότητας. Όταν βλέπεις τον Ιμπαγάσα, καταλαβαίνεις ότι βλέπεις κάτι θαυμάσιο, ένα ποδοσφαιρικό δρώμενο να εκτυλίσσεται μπροστά σου και η μόνη περιγραφή που μπορείς να κάνεις είναι «πω πω» ή να επιδοθείς σε ένα φεστιβάλ γκριματσών έκστασης- ένας φίλος των σπορ σίγουρα είναι εκείνος που θα έμπαινε στο βιβλίο Γκίνες για ρεκόρ διαφορετικών σχηματισμών προσώπου, όπως επίσης είναι εκείνος που θα έπαιρνε το παγκόσμιο βραβείο Αθέλητης Κωμωδίας, αν υπήρχε- αλλά αν καλούσουν να βρεις τις λέξεις για να φτιάξεις το ψηφιδωτό ενός τόσο σπουδαίου ποδοσφαιριστή, θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Δεν χρειάζεται αυτό, ευτυχώς, για να φθάσεις στην ικανοποίηση.
Το ζήτημα με τον Ιμπαγάσα είναι η υπέροχη σχέση που έχει με τον χρόνο στο παιχνίδι του. Με το ποδόσφαιρο να μεγαλώνει συνεχώς, ο χρόνος γίνεται όλο και περισσότερο ένα σημαντικό στοιχείο. Ο Ιμπαγάσα έχει το χάρισμα που είχε ο Ζινεντίν Ζιντάν (αλλά δεν έχει άλλα προσόντα του Ζιντάν για να γίνει Ζιντάν): σου δίνει την αίσθηση ότι ό,τι κάνει με την μπάλα, είτε εκείνη βρίσκεται είτε φεύγει από τα πόδια του, βρίσκεται σε μία σωστή χρονική διάσταση. Η πάσα στον ακραίο που κάνει την κίνηση θα πάει την κατάλληλη ώρα και ο αποδέκτης δεν θα σπαταλήσει ούτε δέκα εκατοστά του δευτερολέπτου για να γυρίσει το κορμί του και να μαζέψει την μπάλα. Η λόμπα στο μποτιλιάρισμα βρίσκεται σε αρτηρίες σκέψεις τις οποίες είναι αδύνατον να αντιληφθεί ο φίλαθλος: ο Πελέ (το «μαύρο διαμάντι») τη δεκαετία του ’60 συνήθιζε να κοροϊδεύει τους αμυντικούς και να τους ντριμπλάρει ρίχνοντας την μπάλα στα πόδια τους. Ο Ιμπαγάσα βλέπει το ποδόσφαιρο μία δύο κινήσεις μετά. Μπορούσε να κάνει μία σκαφτή μπαλιά και να σημαδεύει την επιθυμία ενός αμυντικού να διώξει την μπάλα: μπορούσε να μαντέψει το μέρος στο οποίο θα την έδιωχνε και στο οποίο ενδεχομένως να βρισκόταν ένας συμπαίκτης του ή να βρισκόταν, υπό την έννοια ότι θα έκανε την κίνηση να πάει προς την μπάλα, κάτι που θα τον διευκόλυνε ακόμα περισσότερο από το να ήταν ήδη εκεί.
Το παιχνίδι του Ιμπαγάσα είναι εναρμονισμένο με τον χρόνο και τον χώρο, δημιουργώντας εικόνες οι οποίες ξέρεις ότι είναι όμορφες, αλλά δεν μπορείς να τις δεις ξεκάθαρα. Παρ’ όλα αυτά, είσαι απολύτως ικανοποιημένος με ό,τι είναι εκείνο που βλέπεις. Εκείνο το… Αυτό που…
Για αυτό άλλωστε, υπάρχει η στατιστική: 6 λεπτά, 3 πάσες που κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι ασίστ.
Πώς νιώθει ο αγνός φίλαθλος όταν τον βλέπει; Όπως η Γκαμπριέλ Ανγουόρ όταν βλέπει τον Αλ Πατσίνο, μετά το τάνγκο που χόρεψαν στο «Άρωμα Γυναίκας». Όποτε παίζει ο Ιμπαγάσα, υπάρχει σε αυτήν την εικόνα μία απόλαυση, στην οποία δεν κυριαρχεί η κερδοσκοπία. Αλλά η απόλαυση της απόλαυσης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου